ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

Δήμος Αλιμούντος
περ. 460 – 396 π.Χ.





ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ο χρονογραφικά πρώτος κριτικός, ιστοριογράφος και άξιος λόγου αττικός πεζογράφος. Γεννήθηκε στο δήμο Αλιμούντος (Ν.Α. του Π. Φαλήρου, σημερινό Άλιμο) στα 470 π.Χ. Πολιτογραφημένος Αθηναίος, ήταν υιός του Ολάρου, απογόνου του Ολόρου, βασιλέα της Θράκης, που την κόρη του, Ηγησιπόλη, παντρεύτηκε ο Μαραθωνομάχος Μιλτιάδης. Αλλά και με τους Πεισιστρατίδες είχε συγγένεια. Τα πλούτη του πατέρα του, του επέτρεψαν να λάβει εξαιρετική παιδεία και αγωγή. Είχε δασκάλους το φιλόσοφο Αναξαγόρα και το ρήτορα Αντιφώντα, που την αρετή του εξαίρει στα συγγράμματά του. Εκτός απ’ αυτούς επέδρασαν στην πνευματική του διαμόρφωση και άλλοι σοφοί, που συνέρρεαν τότε στην Αθήνα.

Το 430 προσεβλήθη από τη φοβερή επιδημία που είχε ενσκήψει και που ο ίδιος περιγράφει. Το 424 τον ονόμασαν στρατηγό σε μια εκστρατεία περί τη Θάσο και τη Θράκη, όπου ήταν γνωστός και ασκούσε δύναμη, γιατί στη λεγομένη Σκαπτήν Ύλην, ήταν ιδιοκτήτης μεταλλείων χρυσού. Επειδή απέτυχε στην εκστρατεία αυτή και τον νίκησε ο Βρασίδας στην Αμφίπολη, κατηγορήθηκε για προδοσία και καταδικάσθηκε σε θάνατο. Διέφυγε όμως την εκτέλεση, εγκαταλείποντας την πατρίδα του, και αυτοεξορίστηκε επί είκοσι έτη. Η φυγή αυτή ωφέλησε την ιστορία των γραμμάτων, γιατί ο εξόριστος Θουκυδίδης βρήκε καιρό να περιηγηθεί τόπους που είχαν γίνει το θέατρο του πολέμου και, εντελώς απερίσπαστος, να μελετήσει. Φαίνεται ότι θα επισκέφθηκε την Ιταλία και τη Σικελία, όπως μαρτυρεί η εναργής αφήγηση των πολεμικών γεγονότων στη Σικελία, κατά την ατυχή εκείνη εκστρατεία των Αθηναίων. Έμεινε κοντά στο φιλόμουσο βασιλιά Αρχέλαο της Μακεδονίας αρκετό καιρό. Ύστερα κατέβηκε στην Σκαπτήν Ύλην, και εκεί, γράφοντας την ιστορία του, φαίνεται ότι πέθανε ξαφνικά, όπως μαρτυρεί το έργο του που τελειώνει απότομα. Τα οστά του μεταφέρθηκαν στην Αθήνα και τάφηκαν στα «Κιμώνεια μνήματα».

Η σεμνότητα του ήθους του, η άμεμπτη ζωή του, η αυστηρότητα του ύφους του, φαίνοντας καθαρά και στα χαρακτηριστικά της μορφής του. Η ιστορία του Θουκυδίδη μοιάζει με δράμα, που το μεσαίο μέρος του αποτελεί η εκστρατεία των Συρακουσών. Η καταστροφή αυτή επιφέρει και τη λύση του δράματος. Στην εξιστόρηση αυτή, με τρομερή δραματική ομορφιά περιγράφει την εγκατάλειψη του στρατοπέδου, όταν πια οι Αθηναίοι είχαν ηττηθεί κατά θάλασσαν, και δεν υπήρχε ούτε ένας ήρωας για να πεθάνει μαχόμενος, ούτε ένα πτώμα για να βρει ταφή, αλλά αναρίθμητοι νεκροί κινούσαν την λύπη, οι δε τραυματίες και οι άρρωστοι ήταν πιο αξιολύπητοι από τους νεκρούς. Ο Θουκυδίδης, σαν ιστορικός, διάβασε τους προηγουμένους λογογράφους, των οποίων τα έργα κακίζει. Τους ελέγχει αυστηρά, ακόμα και τον Ηρόδοτο, αν και δεν κατονομάζει, και λέγει ότι έγραψαν ιστορία απλώς για τέρψη, και καθένας απ’ αυτούς εξιστορούσε ότι θυμόταν και όσα οι άλλοι του αφηγούνταν.

Σαν κριτικός ιστορικός αποδίδει τα αίτια των όσων συμβαίνουν στον κόσμο, καθώς και τα οδυνηρά αποτελέσματα του πολέμου, όχι στους θεούς, όπως ο Ηρόδοτος, αλλά σε φυσικά αίτια και στην ανθρώπινη φύση που τα ρυθμίζουν όλα, με πρωταγωνιστές τα πάθη, την απληστία, τη φιλοδοξία κλπ. Γι’ αυτό και περιγράφοντας τη μανία των εμφυλίων πολέμων, καταδικάζει τα κίνητρά τους. Απαλλαγμένος από θρησκευτικές προλήψεις, δεν κάνει την ιστορία θέατρο θαυμάτων και δεν πιστεύει πως τα εκάστοτε φυσικά φαινόμενα (εκλείψεις ηλίου, σεισμοί κλπ.) αποτελούσαν θεία μηνύματα και προειδοποιήσεις. Κατά τους εμφυλίους πολέμους, οπότε το μίσος, η σφαγή, η καταστροφή, ο φόβος, η οργή, έπαιρναν τερατώδεις διαστάσεις (Πελοποννησιακός πόλεμος), ο Θουκυδίδης στέκεται υπεράνω των αγρίων παθών και νηφάλιος, με τόνο ήσυχο και μετρημένο, βλέπει τα πράγματα, θέτοντας πάνω στην πατρίδα, ελευθερία και στόχους, την αλήθεια και μόνο αυτή.

ΕΡΓΑ

  • Ιστοριών 
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ
 
ΕΚΛΕΚΤΙΚΙΣΜΟΣ